ΜΕΤΑ ΦΑΝΩΝ ΚΑΙ ΛΑΜΠΑΔΩΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΕΝΥΑΣ Κ.Κ. ΜΑΚΑΡΙΟΥ

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ - ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ
06/04/2015
0 Σχόλια
ΜΕΤΑ ΦΑΝΩΝ ΚΑΙ ΛΑΜΠΑΔΩΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΕΝΥΑΣ Κ.Κ. ΜΑΚΑΡΙΟΥ

ΜΕΤΑ ΦΑΝΩΝ ΚΑΙ ΛΑΜΠΑΔΩΝ
(Γραφεί ο Μητροπολίτης Κένυας Μακάριος)

Πού ζούμε, Θεέ μου! Πόσα ευεργετήματα μας χαρίζει η άκρα αγάπη και συγκατάβαση του Κυρίου σε μας τους αμαρτωλούς και ανάξιους υπηρέτες Του σ’ ένα κόσμο που πραγματικά πνέει τα λοίσθια του αποπροσανατολισμού και της άγνοιας.

Κι όμως, υπάρχει, πάντοτε, το αόρατο χέρι του Κυρίου, που κατευθύνει και επισκοπεί για τη δική Του την πορεία και φέρνει, κοντά, τους ανθρώπους που ζούσαν στην άγνοια και στο σκότος.

Σκέφτομαι αυτή τη στιγμή πώς μπορεί, κάποιος, να αγαπήσει τον πλησίον του – εκείνον που, κάποτε, δε γνώριζε κι όμως, ξαφνικά, γίνεται μέρος της ζωής του. Αλήθεια, γιατί να ξεχνούμε, τόσο εύκολα, την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη και, ακόμα, τα παραδείγματα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, που πηγάζουν, μέσα από τη δική τους ζωή και τα αιώνια λόγια τους από τα αποφθέγματά τους.

Πόσοι άνθρωποι, στ’ αλήθεια, βρίσκονται, ακόμα, στο λήθαργο της αμαρτίας, αγνοώντας, παντελώς, το σωτήριο μήνυμα του Αναστάντος Χριστού και πόσοι λαχταρούν και περιμένουν, καρτερικά, να τον γνωρίσουν; Αυτόν τον άγνωστο επισκέπτη, που είναι ο πρώτος Καλός Σαμαρείτης, γιατί, ακριβώς, ήρθε να σώσει και να ανυψώσει το ανθρώπινο γένος. Οι άνθρωποι, οι οποιασδήποτε καταγωγής και φυλής, είναι τραυματισμένοι και πληγωμένοι, ψυχικά και πνευματικά, αναμένοντες τον Κύριο να τους φανερώσει τον τρόπο της θεραπείας τους. Η έλλειψη φιλανθρωπίας και φιλευσπλαχνίας, προς τον άγνωστο πλησίον μας, είναι αδικία και αμαρτία. Υπάρχει, στ’ αλήθεια, στον κόσμο αυτό, απουσία της ταπείνωσης και της ύπαρξης αλληλεγγύης για το διπλανό μας, που είναι μόνος του, αβοήθητος, πεσμένος και αλύτρωτος, πεινάει και διψάει, δεν έχει κάποιο να του ανοίξει την πόρτα της καρδιάς του, για να τον λυτρώσει, να του δώσει ένα ποτήρι νερό, να τον ξεκουράσει πνευματικά.

Λένε οι πατέρες της Εκκλησίας μας και το επαναλαμβάνω και εγώ σήμερα «στο πρόσωπο του αδελφού σου είναι σαν να βλέπεις τον ίδιο τον Θεό». Χρειάζεται, φυσικά, βαθιά πίστη και ετοιμότητα, για να μπορέσουμε να αποδεχθούμε τον πλησίον μας και να τον αγαπήσουμε σαν τον εαυτό μας. Γιατί, αν κατορθώσουμε κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι αποβάλλουμε – διώχνουμε – το ατομικό μας εγώ και δίνουμε θέση, κεντρική, στον άλλο, τον άγνωστο τον πλησίον μας, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Κύριο και Θεό μας. Και ερχόμαστε, τώρα, στο προκείμενο. Κάποτε, με πλησίασαν δύο νέοι από μια απομακρυσμένη περιοχή της Κένυας και, συγκεκριμένα, από τη φυλή των Νάντι, που είναι γνωστοί για τα επιδόματά τους στο τρέξιμο και, γενικότερα, στον αθλητισμό. Βρισκόμουν, λοιπόν, στη συνηθισμένη περιοδεία μου. Απεσταλμένοι και συστημένοι και οι δύο από μια μεγάλη πολιτική προσωπικότητα της Κένυας. Τους δέχθηκα και, στη συζήτηση που ακολούθησε, καταλήξαμε ότι θα έψαχνα να τους βρω μια υποτροφία, για να σπουδάσουν στην Κύπρο. Πράγματι, αφού έγιναν όλες οι σχετικές τυπικές διαδικασίες, αναχώρησαν και άρχισαν τις σπουδές τους, με άριστες επιδόσεις, αφού, μέσα σε διάστημα μόνο εννιά μηνών, έμαθαν άπταιστα την Ελληνική Γλώσσα. Ζούσαν, φυσικά, σε μια ορθόδοξη χώρα και, μαζί με άλλους νέους από τη χώρα τους, που ήταν στο μεταξύ Ορθόδοξοι, σιγά – σιγά σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να μάθουν περισσότερα και, στο τέλος, να βαπτισθούν ορθόδοξοι. Τους έβλεπα, κατά διαστήματα, όταν επισκεπτόμουν την Κύπρο. Έδειχναν μια απερίγραπτη σεμνότητα και σοβαρότητα.

Τέλειωσε ο πρώτος χρόνος και έπρεπε να επιτρέψουν στη χώρα τους και συγκεκριμένα στον τόπο, στο χωριό που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Είχα, μέσα μου, μια περιέργεια. Ήθελα να δω πώς υποδέχονται οι Αφρικανοί τα παιδιά τους, ύστερα από ένα χρονικό διάστημα, όταν επιστρέφουν στον τόπο της καταγωγής τους. Είχαμε, όλοι μας, μέσα μας, μια αγωνία.

Έφθασαν, πέρασαν δύο μέρες, εδώ στη Σχολή μας και, στη συνέχεια, αφού φορτώσαμε τις αποσκευές τους στο φορτηγό της ιεραποστολής, ξεκινήσαμε. Ήταν γύρω στο μεσημέρι. Ταξίδι μακρινό και, ακόμα, προς το άγνωστο. Περάσαμε μέσα από βουνά, ποτάμια, λίμνες, εκτάσεις απέραντες, με καλαμπόκι και άλλα τροπικά λαχανικά, φρούτα στους δρόμους, κόσμος πολύ που ασχολείτο με τις πραμάτειες τους κ.τ.λ. Στο δρόμο άκρα ησυχία. Λόγω, ίσως, της κούρασης να με πήρε και ο ύπνος, χωρίς να το καταλάβω, κάτι που μου συμβαίνει συχνά. Ήταν περίοδος βροχών, Ιούνης μήνας. Νυχτωθήκαμε, κάπου, όταν περάσαμε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Κένυας, το Ελ Ντορέτ. Άρχισε, πια, να σκοτεινιάζει για καλά. Βροχές καταρρακτώδεις. Δρόμος ανύπαρκτος. Λάσπες παντού. Για μια στιγμή, το αυτοκίνητο έμεινε μέσα σ’ ένα αυλάκι. Κατόρθωσε ο οδηγός να το ελευθερώσει. Οι κάτοικοι του χωριού μας περίμεναν. Όντως μετά φανών και λαμπάδων, κυριολεκτικά, στο πουθενά. Θεέ μου, σταμάτησε ο νους μου. Δεν ήξερα τι να πω. Μας περίμεναν πρώτα οι γονείς, τ’ αδέλφια, οι παππούδες, φίλοι και όλο το χωριό επί ποδός. Δεν υπήρχε, φυσικά, ηλεκτρικό ρεύμα. Γι’ αυτό η λύση βρέθηκε. Με τις λάμπες αναμμένες, μας υποδέχθηκαν. Τι αληθινό θέαμα συγκλονισμού. Φιλιά και αναφιλητά, συγκινήσεις, κλάματα, όλα έδειχναν, μαζί, τις χαρές και τα εσωτερικά αισθήματα των ανθρώπων.

Αφού άφησα να τελειώσουν τις υποδοχές, με τα ταπεινά τους έθιμα, σκέφτηκα να μιλήσω στα Ελληνικά και να μεταφράζει ο ένας από αυτούς στην τοπική διάλεκτο, για να δείξουμε στους ανθρώπους ότι, εννέα μήνες μακριά τους, έμαθαν κάτι. Και το πιο σημαντικό ακούστηκε η Ελληνική Γλώσσα αυτή που έδωσε σ’ ολόκληρη την οικουμένη, τον παγκόσμιο και πανανθρώπινο πολιτισμό, το ήθος και τη δημοκρατία. Δε συγκράτησα τα δάκρυά μου. Δεν το πίστευα. Μέσα από τις χορτοκαλύβες, προβάλλει, τώρα, όλος εκείνος ο πολιτισμός, η αξία της ζωής και η αξιοπρέπεια, ο πλούτος, ο εσωτερικός της ψυχής. Ήταν αδύνατο να συνεχίσω. Σκέφτηκα, αμέσως, τη δασκάλα των Ελληνικών, την κυρια Αντιγόνη. Την πήρα τηλέφωνο. Κι αυτή με τη σειρά της συγκλονίστηκε. «Βρίσκομαι στο πουθενά», της είπα, «κι όμως ακούεται η ελληνική γλώσσα». «Συγχαρητήρια, μπράβο!», μου είπε η κυρία Αντιγόνη. Οι κόποι σας δεν πήγαν χαμένοι. Ησυχία μυσταγωγική. Όλοι άκουαν με δέος και σεβασμό. Μένει, λοιπόν, εδώ, ο πρώτος φοιτητής. Τον αφήσαμε γύρω στις 9 το βράδυ, για να συνεχίσουμε. Δεν ξέρω κι εγώ που πηγαίναμε. Οι ομιλίες που ακολούθησαν δεν καταγράφονται· ευγνωμοσύνη και έκφραση τιμής και παντοτινής αναγνώρισης.

Ξεκινήσαμε. Ταξιδεύαμε, ταξιδεύαμε, χωρίς να βλέπουμε. Οι βροχές, στο μεταξύ, σταμάτησαν. Γύρω στα μεσάνυκτα, φθάσαμε στο δεύτερο χωριό. Η ίδια υποδοχή, μετά φανών και λαμπάδων. Η τελετή συνεχίστηκε. Ήταν, πια, μεσάνυκτα. Δεν παραπονούμαι, γιατί δεν κουράστηκα. Λούστηκα, πραγματικά, μέσα στον πλούτο των αισθημάτων και των εσωτερικών εκφράσεων, ψυχικών και πνευματικών, των ανθρώπων. Σταματάει, λοιπόν, η λογική και δουλεύει η καρδιά, που εκφράζει, πια, τη μυστική αλήθεια των ψυχών, που έμειναν ανέκφραστοι και περιφρονημένοι.

Σε λίγες μέρες, ακολούθησε η βάπτιση του Ιωάννη, σ’ ένα παρακείμενο ποτάμι, μαζί με άλλους τριάντα. Μια ακόμα συγκλονιστική στιγμή, που συμπλήρωνε ένα κενό στη ζωή του. Αυτό ποθούσαν και αυτό περίμεναν. Η ορθοδοξία τους πότισε με τα αιώνια νάματα της αλήθειας και της ζωής. Το ζούσαν, πια. Ήταν μια ανεκδιήγητη πραγματικότητα. Λουσμένοι, μέσα στο φως της Αναστάσεως και της νίκης κατά του θανάτου, αναβαπτίστηκαν. Ο δεύτερος ζήτησε όπως η βάπτισή του να γίνει στην Κύπρο και έγινε στη συνέχεια, με την παρουσία των εκλεκτών φίλων του από την Κένυα. Το όνομα αυτού, Ευέλθων, αφού έγινε η βάπτιση στο μεγάλο βαπτιστήριο του Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, στη θύμηση του μεγάλου αθλητού και εμπνευσμένου εργάτη στον αμπελώνα της Κένυας, του π. Ευέλθοντα Χαραλάμπους.

Τώρα, έκλεισε και για τους δυο το πρώτο τεύχος της νέας πορείας του. Τώρα, τους αναμένει, εκεί, στα χωριά τους, η αρχή μιας νέας ιστορίας του Ευαγγελισμού και της σποράς της αλήθεια, όπως την έζησαν – βίωσαν και οι δυο τους. Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Θεού.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *